αιμοχαρής


αιμοχαρής
[эмохарис] εκ. жаждущий крови.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αιμοχαρής" в других словарях:

  • αἱμοχαρής — masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιμοχαρής — ές (Μ αἱμοχαρής) αυτός που χαίρεται βλέποντας να χύνεται αίμα, αιμοδιψής, κακούργος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἷμα + χαρὴς < ἐχάρην, αόρ. τού χαίρω] …   Dictionary of Greek

  • αἱμοχαρῆ — αἱμοχαρής neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) αἱμοχαρής masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) αἱμοχαρής masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμοχαρεῖς — αἱμοχαρής masc/fem acc pl αἱμοχαρής masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμοχαρές — αἱμοχαρής masc/fem voc sg αἱμοχαρής neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Aimoxarhs — Αἱμοχαρὴς, έος, ein Beynamen des Mars, welcher als der Gott des Krieges am Blutvergießen seine Freude hat; Gyrald. Synt. X. p. 329. wie denn solcher Namen von αἶμα, das Blut, und χαρὰ, die Freude, eben so viel bedeutet; dagegen ihn die Lateiner… …   Gründliches mythologisches Lexikon

  • αἱμοχαρέσι — αἱμοχαρής masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱμοχαρῶν — αἱμοχαρής masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιματηρός — ή, ό (Α αἱματηρός, όν και ός, ά, όν) νεοελλ. 1. αυτός που είναι γεμάτος ή που περιέχει αίμα (π. χ. φλέγματα ή κόπρανα) ή που αιμορραγεί (τραύματα) 2. (για συμπλοκές, ατυχήματα κ.λπ.) αιματοβαμμένος, φονικός, θανατηφόρος 3. επίμοχθος, σκληρός,… …   Dictionary of Greek

  • αιματολάφτης — και ματο αυτός που ρουφά αίμα, που τού αρέσουν οι φόνοι, αιμοβόρος, αιμοχαρής. [ΕΤΥΜΟΛ. < *αιματολάπτης < αίμα, ατος + λάπτω «πίνω, ρουφώ»] …   Dictionary of Greek